βαυκοπανοῦργος

βαυκοπᾰνοῦργος, ,
A humbug, Arist.EN1127b27.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαυκοπανοῦργος — humbug masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαυκοπανοῦργοι — βαυκοπανοῦργος humbug masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έργο — (Φυσ.). Στη φυσική, μπορούμε να ορίσουμε το έ. μιας δύναμης αν ξεκινήσουμε από μια απλή περίπτωση, κατά την οποία ένα υλικό σώμα αμελητέων διαστάσεων, πάνω στο οποίο εφαρμόζεται μια σταθερή δύναμη, επιτελεί μια ευθύγραμμη μετατόπιση κατά μια… …   Dictionary of Greek

  • βαυκοπανούργους — βαυκοπανού̱ργους , βαυκοπανοῦργος humbug masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.